ημιπληγικός

-ή, -ό
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ημιπληγία
2. αυτός που έχει υποστεί ημιπληγία, ο ημίπληκτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ημιπληγής. Η λ. μαρτυρείται από το 1861 στον Αλ. Αντωνιάδη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ημιπληγικός — ή, ό αυτός που αναφέρεται στην ημιπληγία: Ημιπληγικά φαινόμενα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ημι- — (AM ἡμι ) αχώριστο πρόθημα ως α συνθετικό λέξεων τής αρχ., μσν. και νεοελλ. γλώσσας που έχουν την έννοια ότι αυτό που δηλώνει το β συνθετικό είναι: α) το μισό, ως προς το ποσό (πρβλ. ημισέληνος, ημισφαίριο) β) κάτι το ελλιπές, μη τελειωμένο,… …   Dictionary of Greek

  • παρμένος — η, ο ως επίθ. 1. ο ημιπληγικός, ο ημίπληκτος, ο ημιπαράλυτος, και γενικά ο βλαμμένος σωματικώς 2. συνεκδ. ο διανοητικά καθυστερημένος, λιγόμυαλος, ανώμαλος 3. μτφ. φαντασιόπληκτος, ονειροπαρμένος, έξω από την πραγματικότητα 4. (ως μτχ. παθ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.